Οι Πεσμένοι Άγγελοι · Κεφάλαιο α΄

Ένα δέκατο

Lucifer · Νέα Υόρκη · 1980 — (draft 2 — αισθητηριακή βύθιση)

Χίλια χρόνια δεν κάνουν θόρυβο.

Είχε μετρήσει τους πρώτους αιώνες. Ύστερα σταμάτησε, όχι από κούραση· στην άβυσσο ο αριθμός λιώνει όπως το αλάτι στο νερό. Έμεινε βάρος πάνω στο βάρος, σκέψη διπλωμένη ώσπου έγινε πέτρα, κι η πέτρα ξέχασε πως ήταν κάποτε σκέψη.

Έπειτα μια χαραμάδα. Ένα ρεύμα. Κάτι τον τράβηξε προς τα πάνω σαν αγκίστρι μέσα από λαδωμένο νερό, γρήγορα, πιο γρήγορα, κι έπειτα τον άφησε.

Ο πρώτος ήχος τον χτύπησε σαν χέρι στο πρόσωπο.

Σίδερο πάνω σε σίδερο. Ρόδες που τσίριζαν στη στροφή, ο συρμός να ξερνάει από τη σήραγγα μια ανάσα καυτού αέρα, και το κρανίο του, το καινούριο, το κλεμμένο κρανίο, δόνησε ως τη ρίζα των δοντιών. Πόναγε. Κανείς δεν του το είχε πει, ότι ο ήχος πονάει. Χίλια χρόνια σιωπής, κι ύστερα ο κόσμος ολόκληρος να ουρλιάζει μονομιάς, από παντού, μέσα του.

Ρούφηξε αέρα. Λάθος. Η μυρωδιά τον γονάτισε.

Κάτουρο ξεραμένο στα πλακάκια, γλυκό και αμμωνιακό. Ζεστό λίπος από χοτ-ντογκ σ' ένα καρότσι πάνω στη σκάλα, να στάζει μέσα στα ρουθούνια του. Καυσαέριο. Όζον απ' τις ράγες, που έκαιγε σαν βελόνα πίσω απ' τα μάτια. Βρεγμένο μαλλί από παλτά, φτηνό άρωμα μιας γυναίκας που πέρασε τρίβοντας τον ώμο του, ουίσκι ξινισμένο στην ανάσα του άντρα δίπλα. Και κάτω απ' όλα, μεταλλικό και κρύο, το ποτάμι. Το θυμόταν αυτό το ποτάμι.

Κατάπιε. Ένιωσε τον λαιμό να δουλεύει, μυς, χόνδρος, σάλιο, νεύρο που τσίμπαγε, μια μηχανή υγρή που δεν είχε ζητήσει και τώρα ήταν δική του. Στο στήθος κάτι χτυπούσε. Χτυπούσε και ξαναχτυπούσε, τρελό, ακούραστο, και του πήρε τρία χτυπήματα να καταλάβει ότι ήταν καρδιά. Η καρδιά του. Το αίμα έτρεχε ζεστό στα δάχτυλα, στ' αφτιά, μια παλίρροια που τον κρατούσε όρθιο και τον τρόμαζε. Ήταν μέσα σε κρέας. Ζωντανό, ιδρωμένο, θνητό κρέας, κι αυτό ανέπνεε γι' αυτόν χωρίς να ρωτάει.

Το κρύο τον βρήκε τελευταίο. Ανέβαινε απ' τα πλακάκια μέσα απ' τις σόλες, χωνόταν στα κόκαλα του καινούριου κορμιού, κι ένα ρίγος τον πέρασε απ' τη μέση ως τον σβέρκο. Δεν το είχε νιώσει ποτέ αυτό· το πνεύμα δεν κρυώνει. Τα ρούχα βάραιναν υγρά στους ώμους. Η γλώσσα του γεύτηκε χαλκό και καπνό, και κάτι ξινό από κάτω, φόβος, που δεν ήταν δικός του. Ήταν του ανθρώπου που κατοικούσε εδώ μέσα, κάποτε, και τώρα ούρλιαζε κάπου βαθιά, πολύ σιγανά για ν' ακουστεί.

Άνοιξε τα μάτια.

Φως λευκό, άρρωστο, από σωλήνες στο ταβάνι που τρεμόπαιζαν. Πλακάκια κιτρινισμένα, αφίσες σκισμένες, ένα παγκάκι, κόσμος. Πολύς κόσμος. Στέκονταν στην αποβάθρα με σκυμμένα κεφάλια, τυλιγμένοι στα παλτά τους, και πάνω απ' τον καθένα, αν κοίταζες όπως ήξερε αυτός να κοιτάζει, κρεμόταν μια κλωστή. Λεπτή, ασημένια, ανέβαινε απ' το κρανίο κι έφευγε ψηλά, στο τίποτα. Δεμένοι. Όλοι.

Τους μέτρησε χωρίς να το θέλει, από συνήθεια παλιά όσο κι ο ίδιος. Ο άντρας με το ουίσκι, δεμένος. Η γυναίκα με το άρωμα, δεμένη. Ο νεαρός με το ραδιόφωνο στον ώμο, το αγόρι, η γριά με τις σακούλες, δεμένοι, δεμένοι, δεμένοι. Κι έπειτα, στην άκρη της αποβάθρας, μια κοπέλα που περίμενε τον συρμό διαβάζοντας. Πάνω απ' το κεφάλι της η κλωστή κρεμόταν κομμένη, να αιωρείται ελεύθερη στον αέρα, χωρίς να πηγαίνει πουθενά.

Χαμογέλασε με το κλεμμένο στόμα. Πονούσε κι αυτό, το χαμόγελο· οι μύες δεν το ήξεραν ακόμα. Πάντα ένας. Πάντα κάπου, ένας που τους ξέφευγε.

Ο συρμός έφυγε με βουή. Το ρεύμα του αέρα σήκωσε τις αφίσες, χάιδεψε το πρόσωπό του, κι εκεί, σε μια απ' αυτές μισοξεκολλημένη, την είδε. Τη γυναίκα με τον πυρσό. Στεκόταν στο νερό με το χέρι ψηλά, και στα πόδια της, εκεί που οι άλλοι δεν κοίταζαν ποτέ, μια αλυσίδα σπασμένη. Πάνω στην πλάκα που κρατούσε, αριθμοί. Χίλια εφτακόσια εβδομήντα έξι.

Το θυμόταν τώρα. Το είχε αφήσει ο ίδιος εκείνο το σημάδι, στερνή φορά που τον είχαν λύσει, στερνή φορά που ο κόσμος είχε καεί και ξαναρχίσει. Η σπασμένη αλυσίδα δεν ήταν δικό τους σύμβολο. Ήταν δικό του.

Σήκωσε το κλεμμένο χέρι, το κοίταξε να ανοιγοκλείνει, πέντε δάχτυλα υπάκουα. Βρόμικα νύχια. Μια ουλή στον αντίχειρα, ιστορία κάποιου άλλου, χαραγμένη σε δέρμα που τώρα ήταν δικό του. Ζεστό. Ζωντανό. Αρκετό για αρχή.

Κάποιος τον σκούντηξε βιαστικά, μουρμούρισε κάτι, «hey, watch it», και προχώρησε χωρίς να γυρίσει. Δεν κατάλαβε τίποτα ο άνθρωπος. Πέρασε δίπλα από κάτι που είχε δει τη γέννηση του πρώτου του πρόγονου κι απομακρύνθηκε βιαστικός, γιατί αργούσε στη δουλειά.

Στην αποβάθρα, μέσα στη βρόμα και το φως το άρρωστο, το πλάσμα με το κλεμμένο σώμα ίσιωσε τη ράχη του. Δοκίμασε το όνομα στη γλώσσα του, το παλιό, το φωτεινό, αυτό που του είχαν δώσει πριν την πτώση, πριν τη σιωπή, πριν τα χίλια χρόνια.

Εωσφόρος.

Και ο κόσμος, χωρίς να το ξέρει ακόμα, ξανάρχισε να μετράει.

· · ·

760 λέξεις · draft 2. Αισθητηριακή βύθιση, κλειστή ψυχική απόσταση, το «1/10» δειγμένο (η κοπέλα με την κομμένη κλωστή). Anti-AI gate: σωματοποίηση ~60% · em-dash 0 · φράσεις-καρφιά 0 · burstiness 0.79 vs 0.47 σε AI-δείγμα.

Πες μου: τώρα σε τραβάει; Τι λείπει ακόμα;